Blue economy sectors

Η τουριστική βιομηχανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός τομέας της Κύπρου, αντιπροσωπεύοντας το 22.3% του Α.Εγχ.Π. της χώρας το 2017. Oι αφίξεις περιηγητών τo 2017 ανήλθαν σε 3,652,073, αντιστοιχώντας σε αύξηση 14.6% σε σύγκριση με το 2016. Η Ευρώπη αποτελεί την παραδοσιακή αγορά τουρισμού για την Κύπρο, με τους περιηγητές από χώρες της Ευρώπης να αντιπροσωπεύουν το 87.5% των συνολικών αφίξεων περιηγητών για το 2017, και τους περιηγητές από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιπροσωπεύουν το 59.7% των συνολικών αφίξεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί την κύρια πηγή τουρισμού για την Κύπρο, με ποσοστό 34.3% της συνολικής τουριστικής κίνησης για το 2017, ενώ ακολουθούν η Ρωσία με 22.6%, το Ισραήλ με 7.1%, η Γερμανία με 5.2%, και η Ελλάδα με 4.6%. Τα έσοδα από τον τουρισμό αυτή την περίοδο εκτιμήθηκαν σε €2,639.1 εκ. σε σύγκριση με €2,363.4 εκ. το 2016, σημειώνοντας αύξηση 11.7%. Η πλειοψηφία των τουριστών δήλωσαν ότι παρέμειναν σε παράκτιες περιοχές του νησιού, όπως η Πάφος και η Πόλη, η Αγία Νάπα, το Παραλίμνι, η Λάρνακα, και η Λεμεσός.

Τα ξενοδοχεία αστέρων είναι το πιο κοινό είδος τουριστικών καταλυμάτων στην Κύπρο, με συνολική χωρητικότητα 55,202 κλινών σε 231 ξενοδοχεία μέχρι το τέλος του 2017 (51,270 κλίνες σε 192 ξενοδοχεία που εντοπίζονται στις παράκτιες περιοχές της Λεμεσού, της Λάρνακας, της Αμμοχώστου και της Πάφου). Εκτός από τα ξενοδοχεία, υπάρχουν και άλλα καταλύματα, όπως διαμερίσματα και τουριστικά χωριά, τουριστικές βίλες, παραδοσιακά κτίρια, ξενώνες και κάμπινγκ. Συνολικά, στις παράκτιες περιοχές φιλοξενούνται 676 καταλύματα με 80,912 κλίνες. Ο συνολικός αριθμός αφίξεων κατά το 2017 στις εγκαταστάσεις αυτές ανήλθε στις 2,622,103 σε 16,405,027 νύχτες φιλοξενίας.

Το 2017, περίπου 85,000 άτομα απασχολούνταν στον τομέα του τουρισμού, αντιπροσωπεύοντας το 22.7% του συνολικού εργατικού δυναμικού του νησιού. Αυτός ο αριθμός περιλαμβάνει θέσεις εργασίας που υποστηρίζουν άμεσα τον τομέα, όπως ξενοδοχεία, ταξιδιωτικοί πράκτορες, αεροπορικές εταιρείες, εστιατόρια και δραστηριότητες αναψυχής, καθώς και θέσεις εργασίας έμμεσα υποστηριζόμενες από τη βιομηχανία (σε λιανικό εμπόριο, υπηρεσίες μεταφορών και πολιτιστικές και αθλητικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων).

Οι κυπριακές παραλίες κατατάσσονται ως μερικές από τις καλύτερες στην Ευρώπη, έχοντας εξαιρετική καθαριότητα, ποιότητα και ασφάλεια των υδάτων, καθώς και οικολογικές πρωτοβουλίες. Για το λόγο αυτό, στο νησί έχουν απονεμηθεί συνολικά 57 Γαλάζιες Σημαίες, γεγονός που σημαίνει ότι η Κύπρος διαθέτει σήμερα τον μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αριθμό παραλιών με Γαλάζια Σημαία και τις περισσότερες παραλίες με Γαλάζια Σημαία ανά 100 χιλιόμετρα ακτογραμμής στον κόσμο.

Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί μια από τις πιο αναπτυσσόμενες δραστηριότητες στον τομέα της αλιείας και γενικότερα του ευρύτερου αγροτικού τομέα σε ολόκληρο τον κόσμο. Καθώς η παγκόσμια παραγωγή της συλλεκτικής αλιείας μειώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια και η ζήτηση για αλιευτικά προϊόντα συνεχίζει να αυξάνεται, η συμβολή της υδατοκαλλιέργειας στο σύνολο των αλιευτικών προϊόντων που καταναλώνονται παγκοσμίως σε ετήσια βάση έχει αυξηθεί από περίπου 10% τη δεκαετία του ’70 σε περίπου 50% το 2016.

Στην Κύπρο υπάρχουν αδειοδοτημένα τρία ιδιωτικά εκκολαπτήρια θαλασσινών ειδών, ένα εκκολαπτήριο-εκτροφείο θαλασσίων γαρίδων στην ξηρά, εννιά μονάδες πάχυνσης θαλάσσιων μεσογειακών ειδών σε κλουβιά ανοιχτής θάλασσας και εφτά μικρές μονάδες υδατοκαλλιέργειας γλυκού νερού που δραστηριοποιούνται στην οροσειρά του Τροόδους. Πέραν των πιο πάνω ιδιωτικών μονάδων παραγωγής ψαριών στην Κύπρο δραστηριοποιούνται και δυο ερευνητικοί σταθμοί υδατοκαλλιέργειας, ο ένας για θαλασσινά είδη και ο άλλος για είδη γλυκού νερού.

Τα σημαντικότερα είδη θαλάσσιων ψαριών που καλλιεργούνται στην Κύπρο είναι η τσιπούρα (Sparusaurata) και το λαυράκι (Dicentrarchuslabrax), σε ποσοστό 66% και 33% της ολικής παραγωγής, αντίστοιχα.

Η παραγωγή επιτραπέζιου μεγέθους ψαριών από τις υδατοκαλλιέργειες κατά το 2016, ανήλθε περίπου στους 6.625 τόνους αξίας €36.2 εκ. Από αυτή την παραγωγή εξήχθησαν περίπου 4,647 τόνοι αξίας €24.4 εκ. Κατά το 2016, η παραγωγή γόνου έφθασε τα 33,64 εκ. ιχθύδια, αξίας περίπου €6.01 εκ. Συνολικά, η αξία παραγωγής των υδατοκαλλιεργειών το 2016 ανήλθε γύρω στα € 42.21 εκ.

Σημειώνεται ότι στις υδατοκαλλιέργειες απασχολούνται αποκλειστικά περίπου 417 άτομα, ενώ ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός ατόμων απασχολείται σε συναφή/παρεμφερή επαγγέλματα.

Όλα τα λιμάνια του νησιού είναι υπό τη δικαιοδοσία της Αρχής Λιμένων Κύπρου η οποία είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη τους. Πιο συγκεκριμένα, τα λιμάνια της Κύπρου είναι εκείνα της Λεμεσού, της Λάρνακας, του Βασιλικού, της Αμμοχώστου, της Κερύνειας και του Καραβοστάσιου. Η Αμμόχωστος, η Κερύνεια και το Καραβοστάσι βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές και γι’ αυτόν το λόγο είναι κλειστά για τη διεθνή εμπορική ναυτιλία. Η είσοδος και η έξοδος πλοίων από τα λιμάνια αυτά θεωρείται παράνομη.

Η θαλάσσια κυκλοφορία εξυπηρετείται από ένα πλήρως ανανεωμένο λιμενικό σύστημα που περιλαμβάνει τα πολλαπλών χρήσεων λιμάνια της Λεμεσού και της Λάρνακας, το βιομηχανικό λιμάνι του Βασιλικού και τους τρείς εξειδικευμένους τερματικούς σταθμούς πετρελαίου της Λάρνακας, της Μονής και της Δεκέλειας. Περίπου 70 ναυτιλιακές γραμμές περιλαμβάνουν την Κύπρο στα τακτικά τους δρομολόγια. Συνολικά, 5,300 πλοία από τις πέντε ηπείρους που αντιπροσωπεύουν 20.5 εκατομμύρια ολικής χωρητικότητας, ελλιμενίζονται σε κυπριακά λιμάνια κάθε χρόνο. Τα λιμάνια της Λεμεσού και της Λάρνακας είναι οι κύριες θαλάσσιες πύλες του νησιού που χειρίζονται περισσότερο από 4 εκατομμύρια τόνους εμπορεύματα που μεταφέρονται μέσω θαλάσσης. Η Αρχή Λιμένων Κύπρου και ο ιδιωτικός τομέας παρέχουν τις λιμενικές υπηρεσίες στα λιμάνια αυτά.

Η Κύπρος με την πάροδο των χρόνων έχει καταστεί ένα από τα μεγαλύτερα και ευρέως γνωστά ναυτιλιακά κέντρα στον κόσμο και περιλαμβάνει τόσο πλοιοκτήτες όσο και εταιρείες διαχείρισης πλοίων. Αρκετές από τις εταιρείες διαχείρισης πλοίων που λειτουργούν στο νησί είναι από τις μεγαλύτερες του είδους τους στον κόσμο και εκτιμάται ότι είναι υπεύθυνες για περίπου το 20% των στόλων που διαχειρίζονται από τρίτους παγκοσμίως.

Το Κυπριακό Μητρώο παρουσίασε πρωτοφανή ανάπτυξη τα τελευταία τριάντα χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, η Κύπρος κατατασσόταν τριακοστή δεύτερη στον κατάλογο των κορυφαίων ναυτικών χωρών. Τώρα κατέχει τη δέκατη θέση στον κόσμο με ένα εμπορικό στόλο που υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ακαθάριστους τόνους. Επίσης, ο κυπριακός εμπορικός στόλος κατέχει την τρίτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ποσοστό περίπου 11% του συνολικού στόλου των 27 κρατών μελών της ΕΕ.

Η Κύπρος είναι ένα νησί χωρίς πρωτογενείς πηγές ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα ηλεκτροπαραγωγής λειτουργεί απομονωμένα και είναι πλήρες εξαρτώμενο από την εισαγωγή καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Μέχρι στιγμής τα κύρια εισαγόμενα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι το μαζούτ και το ακάθαρτο πετρέλαιο. Το σύστημα ηλεκτροπαραγωγής της Κύπρου αποτελείται από τρεις θερμικούς ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 1480 MWe. Ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός της Δεκέλειας, που βρίσκεται στην νοτιοανατολική ακτή της Κύπρου, ανατολικά της Λάρνακας, διαθέτει 6 ατμοστρόβιλους με ισχύ 60 MWe ο καθένας και 2 μηχανές εσωτερικής καύσης με ισχύ 50 MWe η κάθε μία. Εν κατακλείδι, ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός του Βασιλικού, που είναι και ο πιο σύγχρονος ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός και βρίσκεται στην νότια ακτή της Κύπρου, μεταξύ της Λεμεσού και της Λάρνακας, διαθέτει 3 ατμοστρόβιλους με ισχύ 130 MWe ο καθένας, 2 μονάδες συνδυασμένου κύκλου με ισχύ 220 MWe η κάθε μια και 1 αεροστρόβιλο με ισχύ 38 MWe. Ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός της Μονής, που βρίσκεται στην νότια ακτή της Κύπρου, ανατολικά της Λεμεσού, χρησιμοποιείται αυτή την στιγμή ως εφεδρικός και διαθέτει 4 αεροστρόβιλους με ισχύ 37.5MWe ο καθένας.

Όσον αφορά την ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στο νησί βρίσκονται υπό λειτουργία 5 αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 147 MWe. Έχουν δοθεί άδειες για κατασκευή για άλλα αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 18 MWe. Σύμφωνα με το μέχρι στιγμής Εθνικό Σχέδιο Δράσης της Κύπρου για τις ΑΠΕ αναμένεται ότι μέχρι το 2020 να έχουν εγκατασταθεί αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 300 MWe. Επίσης, βρίσκονται υπό λειτουργία 14 μονάδες βιομάζας συνολικής ισχύος 9.7 MWe. Σύμφωνα με το μέχρι στιγμής Εθνικό Σχέδιο Δράσης της Κύπρου για τις ΑΠΕ αναμένεται ότι μέχρι το 2020 να έχουν εγκατασταθεί μονάδες βιομάζας συνολικής ισχύος 17 MWe.

Οι θαλάσσιες τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η υδροηλεκτρική, η γεωθερμική, η θαλάσσια και η κυματική ενέργεια, βρίσκονται υπό αξιολόγηση και ως εκ τούτου δεν συμβάλλουν στο ενεργειακό σύστημα της Κύπρου.

περιγραφή

Τα πρώτα ευρήματα πολιτισμού στο νησί χρονολογούνται από την 9η χιλιετία π.Χ. (Πρώιμη φάση της Ακεραμικής Νεολιθικής περιόδου). Η Κύπρος εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο ελληνικού πολιτισμού με την εγκατάσταση των Ελλήνων Μυκηναίων-Αχαιών, μεταξύ του 13ου...

View More